μπαταριά

μπαταριά
η
(λ. τουρκ.), ομοβροντία πυροβόλων όπλων: Ακούστηκαν μπαταριές στη συμπλοκή.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • μπαταρία — η (λ. βενετ.), συσκευή στην οποία γίνεται δυνατή η αποταμίευση ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή χημικής ενέργειας: Το κινητό τηλέφωνο λειτουργεί με μπαταρία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαταρία — Βλ. λ. συσσωρευτής. * * * η 1. (ηλεκτρ.) ηλεκτρικός συσσωρευτής 2. τεχνολ. διάταξη από βρύσες λουτρού ή κουζίνας που χρησιμεύει για την ανάμιξη τού θερμού με το κρύο νερό 3. μουσ. ονομασία τής ομάδας τών κρουστών οργάνων μιας ορχήστρας. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • μπαταριά — Βλ. λ. συσσωρευτής. * * * η 1. πυροβολισμός 2. σειρά πολλών και τουτόχρονων πυροβολισμών, ομοβροντία 3. (κατ επέκτ.) συνεχής σειρά ομοειδών πραγμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. batarya < ιταλ. batteria «κανονιοστοιχία»] …   Dictionary of Greek

  • Nikolas Asimos — Nikolaos Asimopoulos Born August 20, 1949(1949 08 20) Died March 17, 1988(1988 03 17) (aged 38) Nationality Greek Other names Nikos Asimos …   Wikipedia

  • αμπερώριο — το (Φυσ.) πρακτική μονάδα με την οποία μετριέται ποσότητα ηλεκτρισμού και η οποία χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη χωρητικότητα μιας μπαταρίας (δηλ. την ολική ποσότητα ηλεκτρισμού που μπορεί να δώσει μια μπαταρία όταν εκφορτίζεται). Ένα… …   Dictionary of Greek

  • επίφρακτος — ο [επιφράσσω] 1. καλυμμένος από πάνω, σκεπαστός 2. ναυτ. φρ. α) «επίφρακτο πυροβολείο» το πυροβολείο πολεμικού πλοίου μεταξύ καταστρώματος και υποστρώματος β) «επίφρακτος δρόμων» είδος πολεμικού πλοίου που δεν διαθέτει πυροβόλο πάνω στο… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • ομοβροντία — η ταυτόχρονη βολή πολλών πυροβόλων όπλων από την ίδια μονάδα εναντίον τού ίδιου στόχου, κν. μπαταρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + βροντώ. Η λ., στον πληθ. ὁμοβροντίαι, μαρτυρείται από το 1897 στον Ν. Σπανδωνή] …   Dictionary of Greek

  • πόλωση — Φαινόμενο χαρακτηριστικό των εγκάρσιων κυμάτων –ιδιαίτερα των φωτεινών– που συνίσταται στην ταλάντωση των κυμάτων κατά ένα ορισμένο επίπεδο, το οποίο περιέχει τη διεύθυνση διάδοσης· το κάθετο επίπεδο προς εκείνο στο οποίο γίνεται η ταλάντωση… …   Dictionary of Greek

  • στοιχείο — Χρησιμοποιείται συνηθέστερα στον πληθυντικό: στοιχειά. Όντα της νεοελληνικής λαϊκής μυθολογίας. Σύμφωνα με τις παλιότερες λαϊκές παραδόσεις, σ. έχουν τα σπίτια, οι σπηλιές, τα χωράφια, τα πηγάδια. Συνήθως βγαίνουν τη νύχτα, με διάφορες μορφές: ως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”